Ένας μεγάλος αριθμός ιστορικών μνημείων βρίσκεται διάσπαρτος σε όλο το Δήμο Μονεμβασιάς. Όπως συμβαίνει γενικά στην Πελοπόννησο, έτσι και σε αυτήν την περιοχή υπάρχουν οι σιωπηλοί μάρτυρες του παρελθόντος που αφηγούνται μια πολυτάραχη ιστορία ανθρώπινων επιτευγμάτων, εισβολών και πολέμων, πολιτισμού και προόδου.

Ένα παράθυρο σε αυτό το παρελθόν ανοίγει μέσα από τις περιγραφές του αρχαίου περιηγητή Παυσανία, ο οποίος κατέγραψε με λεπτομέρεια τα σημαντικότερα μνημεία της εποχής του. Έτσι περιέγραψε την ακμάζουσα τότε πόλη της Επιδαύρου Λιμηράς, της οποίας τα απομεινάρια στέκουν αγέρωχα απέναντι από τον βράχο της Μονεμβασιάς. Ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά είναι επίσης τα ερείπια των Αρχαίων Κυφάντων πάνω από το σημερινό Κυπαρίσσι αλλά και τα ευρήματα στο Κάστρο Ζάρακα στο σημερινό Γέρακα.

Ο επισκέπτης του Δήμου Μονεμβασιάς έχει τη δυνατότητα να επισκεφθεί δύο μοναδικής αρχαιολογικής αξίας βυθισμένες πολιτείες. Τόσο ο προϊστορικός οικισμός στο Παυλοπέτρι μεταξύ της Νεάπολης και της Ελαφονήσου, όσο και η αρχαία βυθισμένη πολιτεία της Πλύτρας στον Ασωπό φανερώνουν την ένταση των γεωλογικών ανακατατάξεων σε όλη τη χερσόνησο Μαλέα. Τα ερείπια των δύο αυτών πόλεων είναι ορατά από την ακτή και μπορούν εύκολα να εξερευνηθούν κολυμπώντας με μάσκα και αναπνευστήρα.

Τα αναρίθμητα κάστρα δείχνουν ότι ο πλούτος της περιοχής ανέκαθεν προσέλκυε εισβολείς. Ήδη από την αρχαιότητα αλλά πολύ περισσότερο το μεσαίωνα οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να οχυρωθούν προκειμένου να επιβιώσουν σε έναν κόσμο συνεχών πολέμων, ξένων εισβολών και ληστρικών επιδρομών από πειρατές. Εντυπωσιακότερη όλων – και μια από τις ομορφότερες μεσαιωνικές πόλεις της Μεσογείου – είναι η Καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς που αποτέλεσε για πολλούς αιώνες ένα απόρθητο φρούριο αλλά και τόπο ευημερίας και πολιτισμού.

Επιβλητικά κάστρα και ατμοσφαιρικά απομεινάρια οχυρωματικών έργων που αξίζει κανείς να επισκεφτεί υπάρχουν επίσης στο Μεσοχώρι, όπου δεσπόζει το κάστρο της Αγίας Παρασκευής, και τα απομεινάρια του Παλαιοκάστρου στα Παπαδιάνικα.

Πρόσφατο μνημείο πολέμου και κατοχής είναι το Γερμανικό Παρατηρητήριο που χτίστηκε κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κοντά στο Ακρωτήριο Μαλέα.

Ωστόσο, υπάρχουν και οι μάρτυρες ενός πιο ειρηνικού παρελθόντος. Ο νερόμυλος στα Τάλαντα αφηγείται μια διαφορετική ιστορία, αυτήν του καθημερινού μόχθου και της λαϊκής παράδοσης των χωριών της περιοχής.

Έναν πλούτο πληροφοριών για τα ήθη και έθιμα των κατοίκων θα βρει ο επισκέπτης και στα λαογραφικά μουσεία της Ρειχιάς και των Βελιών.

Τέλος ο εμβληματικός φάρος του Καβομαλιά, αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας ναυτοσύνης.

Για τον εξειδικευμένο μελετητή, ο τόπος αποτελεί ιστορικό παράδεισο με αναρίθμητα μνημεία και ευρήματα σε όλη την έκταση του Δήμου Μονεμβασιάς.

Αρχαία Επίδαυρος Λιμηρά

Η Επίδαυρος Λιμηρά, ευρισκόμενη βόρεια από τη σημερινή Μονεμβάσια, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της Λακωνίας. Σήμερα διακρίνονται τα λείψανα της ακρόπολης της πόλης στην περιοχή του σύγχρονου Αγίου Iωάννου Μονεμβασίας. Σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο Παυσανίας (III 23, 6), οι κάτοικοί της κατάγονταν από την Επίδαυρο της Αργολίδος και εγκαταστάθηκαν εκεί μετά από όνειρα και οιωνούς κατά τη διάρκεια ταξιδιού τους προς το ιερό του Aσκληπιού στην Kω. Μετά την εγκατάστασή τους στην περιοχή έκτισαν και ναό του Aσκληπιού. H πόλη φαίνεται να γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την Αυτοκρατορική Περίοδο, δηλ. μετά τον πρώτο π.Χ. αιώνα.

H θέση της Επιδαύρου Λιμηράς κατοικήθηκε ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Στο χώρο της ακρόπολης της Επιδαύρου Λιμηράς έχουν βρεθεί ενδείξεις (όστρακα) που υποδηλώνουν τη χρήση του χώρου από τη νεολιθική εποχή.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο, στη θέση της ακροπόλεως πρέπει να υπήρχε ένας σημαντικός και ακμαίος οικισμός με μεγάλη διάρκεια ζωής. Δυστυχώς δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του οικισμού αυτού κατά τη διάρκεια των περιορισμένων ανασκαφικών ερευνών που έχουν διεξαχθεί στην περιοχή. Η ύπαρξή του συμπεραίνεται, ωστόσο, από τα ευρήματα των θαλαμοειδών τάφων που αποκαλύφτηκαν στις γειτονικές θέσεις της Αγίας Tριάδος της Bαμβακιάς και του Παλαιοκάστρου και τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα από τον 15ο ως τον 11ο αιώνα π.X., δηλ. κατά την Υστεροελλαδική Περίοδο.

H Επίδαυρος Λιμηρά κατά τους αρχαϊκούς και τους κλασικούς χρόνους ανήκε στις περιοικίδες πόλεις της Σπάρτης και φαίνεται ότι αποτέλεσε τη σημαντικότερη πόλη στην ανατολική ακτή της χερσονήσου του Mαλέα. Καταστράφηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου από τους Αθηναίους, ως επίδειξη ισχύος απέναντι στη Σπάρτη, τα έτη 424 και 414 π.X. (βλ. Θουκιδίδη 4, 56 και 6, 105), ενώ τειχίστηκε πιθανότατα τον 4ο αιώνα π.X. ή και αργότερα. H ανάπτυξή της κατά τους κλασικούς χρόνους επιβεβαιώνεται και από την αναφορά του ονόματός της ως Επιδαύρου της Λακωνικής, σε επιγραφή στην οποία αναγράφεται κατάλογος προξένων του 4ου αιώνα π.X. από την Kαρθαία της Κέας. Kατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ανήκε σύμφωνα με τον Παυσανία (III, 21,7) στο Κοινό των Eλευθερολακώνων, ενώ επιγραφές της όπως εκείνη που μιλά για την εδαφική διαμάχη της με το γειτονικό Zάρακα, στήθηκαν στο ναό του Απόλλωνος Yπερτελεάτου, στο Φοινίκι Λακωνίας. Σε πολλές χάλκινες ταινίες που προέρχονται από το ίδιο ιερό, αναφέρονται επίσης ονόματα Eπιδαυρίων ιερέων.

Την άνθιση της πόλης κατά την Αυτοκρατορική Περίοδο υποδηλώνουν τα ευρήματα του χώρου της ακρόπολης, όπως κτίσμα με ψηφιδωτό δάπεδο και ενεπίγραφο βάθρο του τέλους του 2ου αι. μ.X. που έφερε ανδριάντες της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας και μελών της οικογένειάς της.

Λείψανα οικοδομημάτων της ύστερης αρχαιότητας σώζονται κυρίως στη νότια πλευρά της ακροπόλεως. O χώρος πρέπει να κατοικήθηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 6ου αι μ. X. οπότε το οικιστικό κέντρο της περιοχής μεταφέρθηκε στο χώρο της γειτονικής Μονεμβασίας.

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της ακροπόλεως έγιναν αντικείμενο αναφοράς και μελέτης από πολύ νωρίς. Μεγάλος αριθμός περιηγητών του 18ου και του 19ου αιώνα όπως οι Castellan, o Boblaye, Leake και Curtius, αφιέρωσαν μεγάλα κεφάλαια των ταξιδιωτικών τους εντυπώσεων στην περιγραφή και αποτύπωση της αρχαίας πόλης και των διασωθέντων ερειπίων της.

Κατά τις δεκαετίες 1930 και 1950 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στις θέσεις της Βαμβακιάς, της Αγίας Τριάδας και του Παλαιοκάστρου. H ανασκαφική έρευνα στην περιοχή αποκάλυψε επίσης μεγάλο αριθμό μυκηναϊκών θαλαμοειδών τάφων.

Περιοχή:

Αγ. Ιωάννης Μονεμβασίας

Πληροφορίες:

Κατευθυνόμενοι από Μονεμβασιά προς Γέρακα, πριν τον Αγ. Ιωάννη στρίβουμε δεξιά. Σε 1 χλμ. βρισκόμαστε στον αρχαιολογικό χώρο.

Στα βήματα του Παυσανία

Ο Παυσανίας ήταν Έλληνας Μικρασιάτης περιηγητής που έζησε στα μέσα περίπου του 2ου αιώνα μ.Χ. Είναι διάσημος για το Ελλάδος περιήγησις, ένα εκτενές έργο που περιγράφει την αρχαία Ελλάδα με μαρτυρίες από πρώτο χέρι και αποτελεί σοβαρό σημείο σύνδεσης μεταξύ της κλασικής φιλολογίας και της σύγχρονης αρχαιολογίας.

Η Ελλάδος περιήγησις έχει τη μορφή περιήγησης στην Πελοπόννησο και σε ένα τμήμα της βόρειας Ελλάδας. Το έργο χωρίζεται σε 10 βιβλία από τα οποία το τρίτο ονομάζεται «Λακωνικά».

Κατά την περιήγηση του στην περιοχή του σημερινού Δήμου Μονεμβασίας, ο Παυσανίας αναφέρεται σε θέσεις και μνημεία, σημάδια των οποίων ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να αναγνωρίσει ακόμη και σήμερα, 1.900 περίπου χρόνια μετά.

Η περιήγησή του στην περιοχή ξεκινά από τον Ασωπό, μέσα στον οποίο αναφέρει πως υπήρχε ναός Ρωμαίων Αυτοκρατόρων καθώς και ερείπια της πόλης που ονομαζόταν Κυπαρισσία. Αρχαία λείψανα αυτών των πόλεων μπορεί σήμερα ο επισκέπτης να δει στην ακτή νότια της Πλύτρας, στην θέση Κόκκινες. Εντυπωσιακή για τον επισκέπτη είναι και η εξερεύνηση βυθισμένων ερειπίων, κολυμπώντας σε ελάχιστη απόσταση από την ακτή. Στο σημείο εκείνο επιτρέπεται η ελεύθερη κατάδυση μόνο με απλή μάσκα και αναπνευστήρα.

Αναφορά γίνεται και στο Ασκληπιείο του Υπερτελεάτα Απόλλωνα. Η θέση του εντοπίζεται στο σημερινό Φοινίκι, όπου έχουν βρεθεί επιγραφές, ενώ διακρίνονται ερείπια ακόμη και σήμερα. Το συγκεκριμένο ιερό αποτελούσε λατρευτικό κέντρο του κοινού των Ελευθερολακώνων.

Κατευθυνόμενος νοτιoανατολικά, ο Παυσανίας αναφέρει το ακρωτήρι «Όνου Γνάθος». Πρόκειται για τη σημερινή Ελαφόνησο, η οποία τότε ήταν ενωμένη με την απέναντι ακτή.

Στο εσωτερικό του ακρωτηρίου αναφέρεται η ύπαρξη της πόλης των «Βοιών». Κατά τον Παυσανία, η πόλη ιδρύθηκε από τον Βοία ο οποίος συγκέντρωσε πληθυσμό από τις πόλεις Ήτις, Αφροδισιάς και Σίδη. Μάλιστα περιγράφει πως η ακριβής τοποθεσία της πόλης προέκυψε όταν οι κάτοικοι των παραπάνω πόλεων, αφού αποβιβάστηκαν στην ξηρά, ακολούθησαν ένα λαγό, σημάδι της θεάς Άρτεμης. Ο λαγός τρύπωσε σε μια μυρτιά και εκεί χτίστηκε η πόλη των Βοιών που δεν είναι άλλη από την σημερινή Νεάπολη. Δυστυχώς σήμερα δεν είναι εμφανή στον επισκέπτη τα σημάδια της αρχαίας πόλης.

Στη συνέχεια ο διάσημος περιηγητής αναφέρεται στο νησί των Κυθήρων και το επίνειό του, τη Σκάνδεια, λείψανα της οποίας εντοπίζονται στη σημερινή Παλαιόπολη των Κυθήρων.

Κατά τον περίπλου του Μαλέα, ο Παυσανίας συναντά δύο ιερά, το Νυμφαίο, το οποίο είναι αφιερωμένο στον Ποσειδώνα, και το Επιδήλιο, το οποίο είναι αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Μάλιστα η ονομασία Επιδήλιο, προέκυψε από το ξόανο του Απόλλωνα που ξέβρασε η θάλασσα στο σημείο εκείνο. Το ξόανο προερχόταν από τη Δήλο και το έριξαν στη θάλασσα οι βάρβαροι του Μιθριδάτη κατά την καταστροφή του νησιού. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, το Επιδήλιο βρισκόταν κοντά στη θέση του σημερινού Αγ. Φωκά, όπου σήμερα παρατηρούνται ερείπια κοντά στην ακτή.

Συνεχίζοντας τον περίπλου ο Παυσανίας αφήνει την περιοχή των Βοιών και εισέρχεται στην Επίδαυρο Λιμηρά. Ερείπια της είναι εμφανή σήμερα στην περιοχή της Παλιάς Μονεμβάσιας στην παραλία του χωριού Αγ. Ιωάννης. Εμφανής είναι και μια μικρή λίμνη νότια της Επιδαύρου Λιμηράς, η οποία κατά τους μελετητές ταυτίζεται με την Ινώ που αναφέρει ο περιηγητής.

Η «Άκρα Μινώα» της αρχαιότητας ταυτίζεται με την περιοχή της σημερινής Μονεμβασίας. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, ο γιαλός της είχε βότσαλα με σχήματα και χρώματα ομορφότερα από όλους τους άλλους γιαλούς. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια της καστροπολιτείας δεν μπορεί παρά να νιώσει την αύρα της μακραίωνης ιστορίας αυτού του τόπου.

Η περιήγηση συνεχίζεται με τον αρχαίο Ζάρακα, μία ακόμη πόλη του κοινού των Ελευθερολακώνων, τον οποίο ο Παυσανίας χαρακτηρίζει «ευλίμενον χωρίον». Μόλις ο επισκέπτης προσεγγίσει το λιμάνι του Γέρακα με το μοναδικό φιόρδ, καταλαβαίνει αμέσως πως πρόκειται για τον ίδιο τόπο. Ανηφορίζοντας αριστερά από την είσοδο του οικισμού, θαυμάζει τη θέα που αντίκρισε και ο Παυσανίας περίπου δύο χιλιετίες πριν. Τα εντυπωσιακά απομεινάρια των τειχών μαρτυρούν την ακριβή τοποθεσία του Ζάρακα.

Προχωρώντας κατά μήκος της ακτογραμμής, ο Μικρασιάτης ταξιδιώτης του 2ου αιώνα συναντά τα ερείπια των αρχαίων Κυφάντων. Μέρος των ερειπίων εκείνων σώζονται ακόμη και σήμερα στο πανέμορφο Κυπαρίσσι. Πρόκειται για την περιοχή «Καστράκι» ανάμεσα στους οικισμούς Παραλία και Βρύση, περιοχή που μπορεί ο επισκέπτης να προσεγγίσει πεζοπορώντας από τον οικισμό Βρύση. Πριν τον συγκεκριμένο οικισμό, σε σπηλιές που βρίσκονται στους πρόποδες του βράχου, τοποθετείται και το Ασκληπιείο που επίσης αναφέρει ο Παυσανίας. Εκεί διακρίνονται λαξευτοί στο βράχο λουτήρες και ορθογώνιες κόγχες που πιθανότατα χρησίμευαν για εναπόθεση αντικειμένων ή αναθημάτων.

Από το σημείο αυτό, ο Παυσανίας συνεχίζει βόρεια προς το σημερινό Λεωνίδιο.

Οι αναφορές του σε σημεία της περιοχής του Δήμου Μονεμβασίας μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία του τόπου και προκαλούν το σύγχρονο περιηγητή να ακολουθήσει τα βήματά του, βιώνοντας μία μοναδική ταξιδιωτική εμπειρία.