Η περιοχή του Δήμου Μονεμβασιάς, είναι ένας τόπος χωρίς βιομηχανικές μονάδες, με ήπια αγροτική και τουριστική ανάπτυξη. Για τους λόγους αυτούς είναι από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας με τόσο ιδιαίτερη και πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Ανακαλύψτε την με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο, πεζοπορώντας στα πανέμορφα μονοπάτια της περιοχής.

Χλωρίδα του Δήμου Μονεμβασιάς

Πολλές μελέτες και έρευνες έχουν διεξαχθεί και εξακολουθούν να διεξάγονται, με αντικείμενο την χλωρίδα του νότιου Πάρνωνα. Έχουν καταγραφεί πάνω από 600 είδη άγριων φυτών, από τα οποία 300 έχουν αναγνωρισθεί μακροσκοπικά, και δεν συμπεριλαμβάνεται η κατηγορία των μανιταριών ως μία ειδική κατηγορία.

Ανάλογα με το ρυθμό καταγραφής νέων (για την ερασιτεχνική έρευνα) ειδών, εκτιμάται πως ο συνολικός αριθμός για την χερσόνησο του Μαλέα μπορεί να φθάνει ή και να ξεπερνά τα 800 είδη.

Λαμβανομένου υπόψη, ότι για την Πελοπόννησο ο αριθμός φθάνει περίπου στα 2.500 είδη (Γρηγόρης Ιατρού – Πανεπιστήμιο Πατρών), και για τον Ελλαδικό χώρο τα 6.000 είδη, σημαίνει ότι στο Δήμο Μονεμβασίας ένα μεγάλο μέρος της Χλωρίδας της χώρας.

Στην ουσία δηλαδή ο Δήμος Μονεμβασιάς, και ειδικότερα η χερσόνησος του Μαλέα, από τον Ζάρακα μέχρι της Νότιες απολήξεις του Πάρνωνα, είναι μία κιβωτός βοτανικών θησαυρών.

Η κιβωτός αυτή των βοτανικών θησαυρών είχε κινήσει το ενδιαφέρον των βοτανολόγων, και ήδη από τον 17ο αιώνα οι βοτανολόγοι CHAUBARD και SIBTHORT επισκέπτονται την περιοχή για μελέτες.

Τις μελέτες αυτές, καθώς και άλλες μεταγενέστερων ερευνητών, ήλθε να συμπληρώσει το 1954 ο βοτανολόγος Κωνσταντίνος Γουλιμής.

Σε 7 επισκέψεις που πραγματοποίησε από το 1954 μέχρι το 1959 στην περιοχή, ο Γουλιμής κατέγραψε περίπου 150 άγρια φυτά μεταξύ των οποίων ανακάλυψε 3 νέα είδη και μία ποικιλία.

Σημαντικότερη αυτών, η τουλίπα η οποία αργότερα έλαβε και το όνομα του καθώς είναι ενδημικό είδος του τόπου και των Κυθήρων.

Τα τελευταία χρόνια η τουλίπα Γουλιμή εντοπίστηκε στη Μάνη (Οίτυλο, Μιανές) και στην Δυτική Κρήτη, γεγονός που μαρτυρεί την παλαιογεωγραφική συνέχεια της περιοχής, το ενιαίο του βιοτόπου, αλλά και την ηλικία του είδους.

Επίσης νέα ενδημικά που ανακάλυψε ήταν η Λινάρια η ελληνική (Linariahellenica) και ένα είδος θυμαριού με λευκά άνθη (Thymusleucanthum).
Πρόσφατα ανακαλύφθηκε και νέο ενδημικό είδος στην περιοχή, το λίνο το ελληνικό (linumhellenicum) το οποίο εντοπίζεται στις αποκλειστικά στο δήμο Μονεμβασίας, από τον Ζάρακα μέχρι και μέχρι τον Καβομαλιά.

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκε έρευνα της χλωρίδας του Πάρνωνα, από το καθηγητή Ελευθέριο Καλπουζάκη του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου προστέθηκαν αρκετά σημαντικά νέα στοιχεία για τα Βάτικα και την ευρύτερη περιοχή τόπου δήμου Μονεμβασίας.

Η εξερεύνηση των σπηλαίων από τους σπηλαιολόγους του τοπικού Ομίλου, «Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ», έδωσε τη δυνατότητα για νέες καταγραφές νέων βοτανικών πεδίων. Στον Δήμο Μονεμβασίας, πλην του αλπικού, συναντώνται όλα τα είδη των βιοτόπων και αυτό αιτιολογεί τον βοτανικό πλούτο της περιοχής.

Πανίδα του Δήμου Μονεμβασιάς

Από την πανίδα της περιοχής καταγράφονται:

9 είδη φιδιών με κυριότερα την δεντρογαλιά ( Columbergemonensis), και την οχιά ( Viperaammodytes).

10 είδη σαύρας με πιο ενδιαφέρουσα την Ελληνική σαύρα (Lacertagraeca).

4 είδη αμφιβίων ( βάτραχοι).

5 είδη χελώνες, με κυριότερες τη θαλάσσια χελώνα καρέτα – καρέτα (Caretta– Caretta), και την χερσαία κρασπεδωτή χελώνα (Testudomarginata). Παραλίες ωοτοκίας της Caretta-caretta είναι οι περισσότερες αμμουδερές παραλίες της δυτικής ακτογραμής του Δήμου Μονεμβασιάς.

Στην ορνιθοπανίδα καταμετρώνται περισσότερα από 130 είδη πουλιών (αγγίζει το 35% περίπου των πουλιών που συναντώνται στην Ελλάδα), ενώ περίπου 50 είδη από αυτά φωλιάζουν στην περιοχή, και τα υπόλοιπα είναι μεταναστευτικά.

Σημαντικός υδροβιότοπος διαχείμασης υδρόβιων μεταναστευτικών είναι οι υδροβιότοποι της Στρογγύλης, και της Λιμνοθάλασσας του Γέρακα.

Σημαντικότερα και σπανιότερα είδη πουλιών θεωρούνται ο σπιζαετός και το νυκτόβιο μπούφος.

Ο σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus ) εντοπίζεται μόνο στην ανατολική Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
Καταγράφονται μόνο 60 ζευγάρια , και στην περιοχή του Δήμου Μονεμβασιάς περίπου 6.

Για τον μπούφο (Bubo bubo) καταγράφονται τουλάχιστον 3 ζευγάρια. Είναι ανησυχητικό ότι κατά τη διάρκεια του 2010 αντιμετωπίστηκαν 2 περιστατικά περίθαλψης μπούφων τα οποία τελικά κατέληξαν.

Περισσότερα από 10 είδη θηλαστικών αναφέρονται στον νότιο Πάρνωνα, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται τα μικρά θηλαστικά και οι νυχτερίδες.

Από τα θαλάσσια θηλαστικά κυριότερα αναφέρονται τα ρινοδέλφινα (Tursopius truncatus), και η Μεσογειακή φώκια (Monachus monachus), ενώ στα ανοιχτά έχουν παρατηρηθεί και φάλαινες.

Από τα χερσαία θηλαστικά ως σημαντικότερο θεωρείται το τσακάλι (Canis aureus), που παρά την ανησυχητική μείωση των πληθυσμών του, η Λακωνία θεωρείται το βασίλειο του τσακαλιού.
Πρόσφατα εντοπίστηκαν άτομα του είδους κοντά στον οικισμό Μεσοχώρι των Βατίκων, καθώς και στον Καβομαλιά.

Για περισσότερο εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με την χλωρίδα και πανίδα του Δήμου Μονεμβασίας ανατρέξτε και στα:

http://toulipagoulimyi.forumgreek.com

www.gianniskofinas.com

Το δάσος με τις Αριές

Είναι γνωστό ότι ο τόπος μας στο παρελθόν δεν είχε την μορφή που έχει σήμερα. Η πρώτοι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου βρήκαν μεγάλες περιοχές σκεπασμένες με δάση και η ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού έφερε από νωρίς τον ανταγωνισμό με τη Φύση που ως αποτέλεσμα είχε την καταστροφή του δάσους, τον περιορισμό της Χλωρίδας και Πανίδας.

Είναι γνωστές  ιστορικές και μυθολογικές αναφορές για μια διαφορετική χλωρίδα και πανίδα, με ελάφια, ζαρκάδια, λιοντάρια, πάνθηρες και άλλα ζώα που σήμερα έχουν εκλείψει από τον ελλαδικό χώρο. Ήδη από τους κλασικούς χρόνους ο Πλάτωνας θρηνεί για την χαμένη ομορφιά του αττικού τοπίου το οποίο περιγράφει ως «ενός νοσήσαντος σώματος  οστά».

Το ξύλο το οποίο οι αρχαίοι αποκαλούν «ύλη» είναι ένα χρήσιμο υλικό το οποίο χρησιμοποιείται στην κατασκευή οικοδομημάτων, ναών, οχυρωματικών έργων, κατασκευή γεφυριών. Επίσης χρησιμοποιείται ευρέως στη ναυπηγική, ως καύσιμη ύλη, και σε μεγάλες ποσότητες στα καμίνια για το λιώσιμο των μετάλλων.

Μαζί με τις προηγούμενες αιτίες, οι πολεμικές επιχειρήσεις (πυρκαγιές) καθώς και οι σύγχρονες πυρκαγιές από άλλες αιτίες συνέβαλαν στην εξαφάνιση ή τον περιορισμό δασών. Οι πυρκαγιές του Ιμπραήμ κατέκαψαν την Πελοπόννησο. Στις αιτίες αυτές θα πρέπει να αναφερθεί και η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στα χρόνια της νεότερης ιστορίας μας και η τακτική των βοσκών να κατακαίγουν τα βουνά για να βγάλουν χορτάρι.

Έτσι δασοσκέπαστος στο παρελθόν ήταν και ο Πάρνωνας, μέχρι την απόληξη του  τον Καβομαλιά. Δάση κεφαλληνιακής ελάτης  (AbiesCephalonica) διασώζονται στον βόρειο Πάρνωνα και σε μεγαλύτερο υψόμετρο (μέχρι 1800 μέτρα).

Στο νότιο Πάρνωνα (Καβομαλιά) τα τοπία που κυριαρχούν είναι οι φρυγανότοποι και οι μεσογειακοί θαμνώνες (Μακία – βιότοποι με πυκνή βλάστηση που φθάνει τα 3 μέτρα και αποτελείται κυρίως από θάμνους, σχίνο, πουρνάρι, κουμαριά, ερεικίδες). Μικρός θύλακας του δασοσκέπαστου Μαλέα, απομεινάρι ενός μακρινού παρελθόντος, διασώζεται στο φαράγγι του πίσω Αγιώργη στη Βαβίλα το δάσος με τις αριές, το οποίο εκτείνεται με δέντρα μικρότερου ύψους μέχρι το φαράγγι της Αγίας Αικατερίνης. Αναμφίβολα τα μεγαλύτερα σε ύψος δέντρα βρίσκονται κοντά στο βυζαντινό μοναστήρι του Πίσω Αγιώργη.

Η αριά ή και αζίλακας είναι η επιστημονική ονομασία του δέντρου Δρύς η ίληξ (Quercusilex). Πρόκειται για είδος τους γένους Quercus (βελανιδιές) της οικογένειας των FAGACEAE. Είδος πουρναριού το ύψος του οποίου μπορεί να φθάσει τα 20 μέτρα. Αειθαλές δέντρο με δερματώδη ελλειπτικά – λογχοειδή φύλλα  με μικρή ή καθόλου οδόντωση στα χείλη. Το κύπελλο που καλύπτει τον καρπό είναι μικρό, ημισφαιρικό και καλύπτει τον καρπό μέχρι τη μέση. Πιθανολογείται πως είναι η σμίλαξ την οποία αναφέρει ο Θεόφραστος. Δεν είναι γνωστό αν η ονομασία του χωριού Βελανίδια συνδέεται με την παρουσία του δάσους της αριάς και του καρπού της.

Η σημασία του δάσους με τις αριές είναι μεγάλη καθώς ο επισκέπτης σε αυτό βλέπει ένα μνημείο της Φύσης, ένα κατάλοιπο μακρινών χρόνων και στη φαντασία του μπορεί να ανασυνθέσει την εικόνα του Μαλέα του παρελθόντος. Αλλά και η περιβαλλοντική του σημασία είναι τεράστια καθώς ο νότιος Πάρνωνας από ανθρωπογενείς κυρίως αιτίες υποβαθμίζεται σε φρυγανότοπο, στάδιο που οδηγεί στην τελική ερημοποίηση.

Το δάσος με τις αριές και ο βιότοπος της Μακίας στην οποία αναπτύσσεται θα πρέπει να προστατευτούν και να διασωθούν όχι μόνο γιατί θα προστατεύσουν το τοπίο από την υποβάθμιση αλλά κυρίως γιατί η προστασία της Μακίας που αποτελεί καταφύγιο και ενδιαίτημα της πανίδας συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Οδηγίες πρόσβασης:

Από Νεάπολη οδηγούμαστε προς το χωριό Άγιος Νικόλας. Μετά το χωριό Λάχι και πριν τον Άγιο Νικόλα στη διασταύρωση με πληροφοριακή πινακίδα ακολουθούμε το δρόμο προς Βελανίδια.

Φθάνοντας στο διάσελο της Βαβίλας, σημείο από το οποίο βλέπουμε τόσο τον όρμο των Βοιών και το στενό Ελαφονήσου – Κυθήρων αλλά και το Μυρτώο πέλαγος, αριστερά υπάρχει χωματόδρομος.

Είτε με αυτοκίνητο, είτε πεζοί σε απόσταση 1000 περίπου μέτρων φθάνουμε στην εκκλησία του Άι Γιώργη.

Περιοχή:

Βοιές (περιοχή Βαβίλας)

Υδροβιότοπος Γέρακα

Πρόκειται για λιμνοθάλασσα 400 στρεμμάτων περίπου με στενή είσοδο από τη θάλασσα (φιόρδ) που διευρύνεται προς το εσωτερικό της στεριάς.

Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας αποτελούσε πάντα ασφαλές αγκυροβόλιο για τη ναυσιπλοΐα. Λόγω του μικρού της βάθους και της αφθονίας τροφής αποτελεί σταθμό μετανάστευσης αλλά και τόπο διαχείμασης για μεταναστευτικά πουλιά (λευκοτσικνιά, αργυροτσικνιά, σταχτοτσικνιά, νανοβουτηχτάρι, μαυροβουτηχτάρι) και ορισμένες φορές για κύκνους, πρασινοκέφαλες πάπιες κ.ά.

Οδηγίες Πρόσβασης:

Ο υδροβιότοπος βρίσκεται 20 χλμ. βόρεια της Μονεμβασιάς, σε απόσταση περίπου 20 λεπτά με το αυτοκίνητο. Η στάθμευση είναι εύκολη στους χώρους περιμετρικά της λιμνοθάλασσας. Δύο φορές την εβδομάδα υπάρχει σύνδεση με το λεωφορείο από τους Μολάους.

Περιοχή:

Λιμάνι Γέρακα